Editorial

Murray Bookchin: Ο μύθος του κόμματος

του Murray Bookchin Οι κοινωνικές επαναστάσεις δεν γίνονται από τα κόμματα, τις ομάδες, ή τα επιτελεία. Συμβαίνουν ως αποτέλεσμα των ...

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

"Έπαιξαν σαν Έλληνες!"...

Μουντιάλ: Εθνικοί συμβολισμοί και υποκατάστατο πολέμου

Συνέντευξη της Χριστίνας Κουλούρη στο Tvxs και την Κατρίν Αλαμάνου

Στο Μουντιάλ οι παίκτες αλλά και οπαδοί των εθνικών ομάδων ταυτίζονται και αναπαριστούν συμβολικά το έθνος τους, ενώ οι νίκες ή οι ήττες εντάσσονται στη συμβολική λειτουργία του ποδοσφαίρου ως υποκατάστατου του πολέμου, αναφέρει στο tvxs.gr η Χριστίνα Κουλούρη, καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας και κοσμήτορας της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου.

Όπως επισημαίνει η κ. Κουλούρη, η ποδοσφαιρική αναμέτρηση προσλαμβάνει εθνικά χαρακτηριστικά και αντιπαλότητες που προϋπάρχουν, δεν τις δημιουργεί. Παράλληλα, αναφέρεται στον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνονται οι αγώνες μεταξύ ιστορικών αντιπάλων ενώ παρατηρεί ότι οι αδύναμες χώρες έχουν περισσότερο ανάγκη τη νίκη η οποία μπορεί να λειτουργεί ως αντιστάθμισμα.
Στην αρχή κάθε αγώνα στο Μουντιάλ παρακολουθούμε ένα είδος τελετουργικού. Παρουσιάζονται οι σημαίες των δύο χωρών και ακούγεται ο εθνικός ύμνος. Θα υπήρχε Μουντιάλ χωρίς τον εθνικισμό;
Το Μουντιάλ ως παγκόσμια διοργάνωση είναι δομημένο πάνω στο σύστημα των εθνών, οι ομάδες δεν εκπροσωπούν κάτι άλλο, παρά μόνον έθνη-κράτη. Όταν είναι στο γήπεδο για παράδειγμα οι ομάδες της Γκάνα και της Γερμανίας, οι θεατές, είτε βρίσκονται μέσα στο γήπεδο είτε μπροστά στους δέκτες της τηλεόρασης, ακόμη κι αν δεν ταυτίζονται με αυτές τις ομάδες, θεωρούν ότι συγκρούονται δύο έθνη. Επομένως, πριν πάμε στον εθνικισμό και τις διαφορετικές διαβαθμίσεις του εθνικού συναισθήματος, όπως εκφράζεται μέσα από συμβολισμούς και αντιπαραθέσεις, θα μπορούσαμε να πούμε ότι όπως και άλλες παγκόσμιες διοργανώσεις το Μουντιάλ δομήθηκε εξαρχής σε μία αντιπαλότητα και αναμέτρηση εθνών-κρατών.

Το ένα στοιχείο λοιπόν είναι η οργανωτική δομή, η οποία είναι καθαρά εθνοκεντρική. Το δεύτερο στοιχείο είναι αυτό που δείχνει και η ίδια η ιστορία του Παγκόσμιου Κυπέλου, η πρώτη διοργάνωση του οποίου γίνεται στην Ουρουγουάη το 1930. Το 1934 το Μουντιάλ πραγματοποιείται στην Ιταλία του Μουσολίνι. Από πάρα πολύ νωρίς ένας φασιστικό καθεστώς χρησιμοποίησε μία ποδοσφαιρική παγκόσμια διοργάνωση ως μέσο προπαγάνδας για να νομιμοποιηθεί. Αυτό είναι ένα παράλληλο φαινόμενο. Ανεξάρτητα δηλαδή από τις αναμετρήσεις, μέσα στην ιστορία του Μουντιάλ έχουν υπάρξει περιπτώσεις εργαλειοποίησης του ποδοσφαιρικού θεάματος για προπαγανδιστικούς εθνικιστικούς σκοπούς . Άλλο ένα παράδειγμα είναι το Μουντιάλ του 1978 στην Αργεντινή, όταν ένα χιλιόμετρο από το στάδιο βρισκόταν το κέντρο βασανιστηρίων της χούντας.

Επιπλέον, υπάρχει και ένα τρίτο στοιχείο, αυτό του ποδοσφαίρου ως λαϊκής γιορτής, με τη συμμετοχή του κόσμου που γιορτάζει στις κερκίδες κυρίως, οπού εκεί βέβαια τα χρώματα, τα σύμβολα, οι σημαίες αναπαριστούν το έθνος. Αν δει κανείς τις κερκίδες στη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα στο Μουντιάλ, ανάλογα με το χρώμα, ξέρει που κάθονται οι οπαδοί της κάθε εθνικής ομάδας. Επομένως, υπάρχει και εδώ μία συμβολική αναπαράσταση του έθνους από τους ίδιους τους θεατές. Δεν είναι μόνο τα χρώματα της σημαίας μιας χώρας, αλλά και τα σύμβολα τα οποία παραπέμπουν στερεοτυπικά στον ποιος είναι ο Άγγλος, ποιος είναι ο Γερμανός, ποιος είναι ο Έλληνας. Για παράδειγμα στους Ιταλούς και τους Έλληνες θα δούμε περικεφαλαίες, που όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για τον θεατή είναι αναγνωρίσιμα.

Ο οπαδός δηλαδή ταυτίζεται και αναπαριστά το έθνος του;

Ναι. Η ομάδα του ως οπαδός δεν είναι ο Ολυμπιακός ή ο Παναθηναϊκός, είναι μια εθνική ομάδα, οπότε ταυτίζεται εκείνη τη στιγμή του αγώνα με το έθνος. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι γενικά το ποδόσφαιρο, όχι μόνο στο Μουντιάλ, είναι μία συμβολική μεταφορά του πολέμου. Εξάλλου το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται κυρίως από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο αλλά ακόμη και από το ρεπορτάζ των εφημερίδων, παραπέμπει στον πόλεμο, σα να συγκρούονται δύο στρατοί. Πρόκειται για ένα υποκατάστατο του πολέμου, είμαστε «εμείς εναντίον των άλλων». Υπάρχει πάντα ένας εχθρός.

Αυτό που βλέπουμε όμως έχει μικρή διάρκεια. Η χρήση όλων αυτών των συμβόλων είναι συγκυριακή και δεν διαρκεί πολύ. Διότι το ποδόσφαιρο είναι ένας μόνον από τους παράγοντες που επηρεάζουν την πρόσληψη της εθνικής ταυτότητας . Για να το πούμε διαφορετικά, δεν δημιουργείται η εχθρότητα μέσα στο γήπεδο, προϋπάρχει και απλώς εκεί εκφράζεται. Η ποδοσφαιρική αναμέτρηση προσλαμβάνει εθνικά χαρακτηριστικά τα οποία προϋπάρχουν, δεν τα δημιουργεί.

Γιατί βλέπουμε να δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα σε αγώνες μεταξύ χωρών που είναι ιστορικά αντίπαλες;

Οι αναμετρήσεις έχουν μεγαλύτερο δραματικό ενδιαφέρον όταν είναι ο Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ. Αυτή είναι η περίπτωση χωρών όπως η Γκάνα ή η Σενεγάλη δηλαδή πρώην αποικίες. Εκεί πια θα λέγαμε ότι αναβιώνει και μια ιστορία, μια εθνική αντιπαλότητα του κυρίαρχου και του κυριαρχούμενου, στην οποία αν ο αδύναμος καταφέρει να πετύχει νίκη εναντίον του ισχυρού, έχει πολύ μεγαλύτερη ηθική αξία και βιώνεται ως πράξη εθνικής αξιοπρέπειας.

Όπως και αν έπαιζε Ελλάδα-Τουρκία;

Ακριβώς, παραδοσιακοί εχθροί που έχουν συγκρουστεί ιστορικά, όταν οι εθνικές τους ομάδες συναντώνται στο γήπεδο, βλέπουμε πολύ μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση και μεγαλύτερο φανατισμό, τον οποίο αναπαράγουν και τα ΜΜΕ. Εάν υπάρξει ένας αγώνας Ελλάδας-Τουρκίας στις κερκίδες θα δείτε τον Κολοκοτρώνη και τον Μωάμεθ. Μιλάμε για μια στερεοτυπική αντίληψη της ιστορίας.

Ενέχει κάποιο πολιτικό μήνυμα η παρουσία ηγετών χωρών στις κερκίδες όταν παίζει η εθνική τους ομάδα;

Αυτό έχει να κάνει με τη δημοφιλία. Είναι μια ήπια μορφή πολιτικής εργαλειοποίησης. Πολιτικοί, οι οποίοι μπορεί να μην ενδιαφέρονται καθόλου για το ποδόσφαιρο, ακριβώς επειδή αυτό έχει να κάνει με το λαϊκό τους προφίλ, θεωρούν ότι πρέπει σχεδόν υποχρεωτικά να είναι παρόντες για να περάσουν το μήνυμα στους ψηφοφόρους τους. Και έχουμε και το αντίστροφο, έχουμε ποδοσφαιριστές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Θ. Ζαγοράκη, να μπαίνουν στην πολιτική εκμεταλλευόμενοι τη δημοφιλία που τους έχει δώσει το ποδόσφαιρο.

Έχετε γράψει για ήρωες - αθλητές. Οι ποδοσφαιριστές ηρωοποιούνται σήμερα επειδή το ποδόσφαιρο λειτουργεί ως υποκατάστατο του πολέμου; Με ποιο τρόπο γίνεται αυτό;

Υπάρχουν διάφοροι μηχανισμοί και φυσικά είναι τελείως διαφορετικοί σε κάθε ιστορική εποχή. Άλλα χαρακτηριστικά έχει ο ήρωας-αθλητής του 20ου αιώνα και άλλα στις αρχές του 21ου αιώνα. Εδώ θα πρέπει να συνυπολογίσουμε αφενός ότι αλλάζουν τα πρότυπα της κοινωνίας με την ιστορική αλλαγή και αφετέρου ότι παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο πλέον τα ΜΜΕ στη δημιουργία προτύπων. Πριν από 100 χρόνια δεν υπήρχε τηλεόραση, συνεπώς ήταν πολύ πιο λίγοι οι αθλητές που ηρωοποιούνταν και σίγουρα δεν είχαν την δημοφιλία που έχουν σήμερα. Από την άλλη, οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδες είναι «εθνικοί ήρωες» μεν αλλά και ένας ικανός ποδοσφαιριστής μίας ομάδας στην οποία παίζει κανονικά θεωρείται επίσης ήρωας για τους οπαδούς της. Από την άλλη υπάρχουν και οι ποδοσφαιριστές «σταρ», όπως είναι ο Ντ. Μπέκαμ. Καλοί ποδοσφαιριστές δηλαδή που δεν ταυτίζονται αναγκαστικά με το έθνος αλλά είναι εξαιρετικά δημοφιλείς.

Το ανδρικό πρότυπο που προβάλλεται μέσω του ποδοσφαίρου μπορούμε να το συνδέσουμε με τον εθνικισμό;


Δεν συνδέεται αναγκαστικά με τον εθνικισμό, παρόλο που αυτά βαίνουν παράλληλα. Το πιο σωστό είναι να συνδεθεί με τη μεταφορά του πόλεμο. Δηλαδή, οι παίκτες των ομάδων, όχι μόνο των εθνικών ομάδων, παραπέμπουν στον σκληροτράχηλο στρατιώτη ο οποίος δίνει μάχη. Δεν είναι μόνο το ποδόσφαιρο μέσα στο γήπεδο αλλά και ένας τόπος ανδρικής κοινωνικότητας και έξω από αυτό. Σκεφτείτε όλες τις εικόνες και που αναπαράγονται και με σατυρική διάθεση, όπως μια παρέα ανδρών που κάθεται με μπύρες μπροστά στην τηλεόραση και παρακολουθεί τον αγώνα ενώ οι γυναίκες είναι κάπου αλλού. Είναι δηλαδή όχι μόνο ως παιχνίδι αλλά και ως θέαμα ανδρική υπόθεση το ποδόσφαιρο. Συνδέεται περισσότερο με ένα μοντέλο ανδρικής ταυτότητας το οποίο έχει διαμορφωθεί από τον 19ο αιώνα επιβιώνει μέχρι σήμερα.

Η απήχηση που έχουν τέτοιου είδους διοργανώσεις μπορεί να δείχνουν ότι παρά την παγκοσμιοποίηση η μετάβαση σε ένα υπερεθνικό σύστημα είναι ακόμη πολύ μακριά;


Νομίζω ότι υπάρχει μεγάλη διάρκεια των εθνών. Κάποια στιγμή θεωρήθηκε ότι ζούμε σε μια μετά-εθνική εποχή. Ωστόσο θα έλεγα ότι μία από τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης είναι και η ανάπτυξη νέων εθνικισμών. Επειδή ακριβώς η παγκοσμιοποίηση δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας στους ανθρώπους υπάρχει μία τάση αναδίπλωσης στην εθνική ταυτότητα ως ένα είδος καταφυγίου που προσφέρει ασφάλεια. Άρα θα έλεγα ότι μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.
Από την άλλη μεριά αυτό δεν θα πρέπει να αντιστοιχήσουμε τον φανατισμό και όλη αυτή τη συναισθηματική συμμετοχή στο ποδοσφαιρικό θέαμα με την εθνική ταυτότητα. Δεν δημιουργεί το Μουντιάλ τον εθνικισμό. Εξάλλου τα δεδομένα είναι διαφορετικά ανάλογα με τη χώρα. Θα έλεγα ότι όσο πιο ισχυρή είναι μια χώρα τόσο μικρότερη είναι ταύτιση με την εθνική ομάδα. Από την άλλη, οι πιο αδύναμες χώρες έχουν περισσότερο ανάγκη το γκολ. Μία ποδοσφαιρική νίκη μπορεί να λειτουργεί ως υπεραναπλήρωση, ως ένα αντιστάθμισμα για την αδυναμία σε άλλα επίπεδα, όπως αυτό της οικονομίας. Είναι θέμα ανασφάλειας, είναι ένας ψυχολογικός μηχανισμός.

Η Χριστίνα Κουλούρη

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

IDRIES SHAH: DO NOT LOOK AT MY OUTWARD SHAPE BUT TAKE WHAT IS IN MY HAND

της Βασιλίκας Σαριλάκη*

Σήμερα γιορτάζουν μερικοί φίλοι τα 90 χρόνια από την γέννηση ενός φωτεινού πνεύματος. Ενός μεγάλου Σούφι δάσκαλου. Ενός ανθρώπου που ανέλαβε κάποτε το δύσκολο έργο να μεταφέρει το άρωμα, την ουσία και το πνεύμα της βαθιάς ανθρωπιστικής παράδοσης των Σούφι στην Δύση. 
Χωρίς τον δογματισμό των ποικιλόμορφων σεκτών, χωρίς το άχρηστο κέλυφος των διαφόρων εμπορικών τελετουργιών, χωρίς τον αδιέξοδο προσηλυτισμό και το ύφος καρδιναλίων.
Η λογοτεχνία, η φιλολογία, η ιστοριογραφία, η εκπαίδευση, δίχως τον ξύλινο ακαδημαϊκό τους μανδύα, η ουσία της φιλοσοφίας, οι προσπάθειες αξιοποίησης ειδικών τεχνικών ταχύρρυθμης διδασκαλίας στην εκπαίδευση, η έμμονη προσπάθεια αναβάθμισης της παιδείας και κυρίως η μεταφορά της γνώσης στο να «μαθαίνει κανείς πώς να μαθαίνει» (που αποτελεί τίτλο βιβλίου του Shah) αποτελούν βασικές κατευθύνσεις του.

Ο Shah έγραψε μαγικά βιβλία. Πρώτο και πιο γνωστό «Οι διδασκαλίες των Σούφι» (στα ελληνικά εκδ. Πύρινος Κόσμος) που έγινε και μπεστ σέλλερ και πήρε 6 πρώτα βραβεία σε διάφορες κατηγορίες από την Unesco το 1973, 9 χρόνια μετά την έκδοσή του, το 1964.. Ακολούθησαν πολλά άλλα, πάνω από 36, μεγάλο τμήμα των οποίων ήταν αφιερωμένο στις αλληγορικές ιστορίες του Νασρεντίν Χότζα, ως ιδιαίτερου τρόπου μεταφοράς γνώσης, από έναν χιουμορίστα δάσκαλο Σούφι. Επίσης βιβλία πάνω σε θέματα ψυχολογίας, κουλτούρας, περιήγησης, μεταφυσικής.


Ιστορίες με μεταφυσικό βάθος και νόημα έγραψε κι ο ίδιος σε βιβλία του. Ο Shah πέρα από διάσημος συγγραφέας (μέχρι τον θάνατό του το ’96 είχε ήδη πουλήσει πάνω από 15 εκατ. αντίτυπα σε όλον τον κόσμο) υπήρξε και σημαντικός δάσκαλος. Η Doris Lessing, ήταν για 30 χρόνια πνευματική συνοδοιπόρος του όπως και ο Robert Graves που έγραψε και τον πρόλογο του βιβλίου «Οι Σούφι». Το βιβλίο αυτό, γράφει η Lessing «μου άλλαξε την ζωή». Νομίζω, το ίδιο συνέβη και σε άλλους.

Ο Shah έλεγε πως ο Σουφισμός είναι μια μορφή παγκόσμιας σοφίας, πως δεν είναι Ισλαμικός αφού προϋπήρξε του Ισλάμ. Η φύση του Σουφισμού- προσθέτει- είναι ζωντανή, μη στατική, και δεν μπορεί να κατακτηθεί μελετώντας τις παλαιές εκφράσεις του ή τις μεθόδους των παλαιών δασκάλων. Αντίθετα ο Σουφισμός χρειάζεται συνεχή αναπροσδιορισμό και προσαρμογή για να ταιριάξει στις νέες συνθήκες και περιβάλλοντα. 
«Οι σχολές των Σούφι, είναι σαν τα κύματα που σκάνε πάνω στους βράχους: είναι από την ίδια θάλασσα, με διαφορετικές μορφές, για τον ίδιο σκοπό» γράφει αναφερόμενος στο ρητό του Ahmad al-Badawi. 
Ο Shah, παρουσίαζε τον Σουφισμό ως έναν δρόμο που υπερβαίνει τις θρησκείες, και ως μια σύνθεση ψυχολογικών μεθόδων που οδηγούν στην αυτοπραγμάτωση, στην διαμόρφωση «νέων πνευματικών οργάνων» που οδηγούν σε μια νέα εξέλιξη του ανθρώπινου γένους.
Γεννημένος στην Ινδία το 1924, γόνος οικογένειας Αφγανών ευγενών, ο Shah μεγάλωσε κι έζησε κυρίως στην Αγγλία. Ένα από τα πρώτα του βιβλία ήταν μια μελέτη γύρω από την «Μαγεία» και διάφορες μεταφυσικές δοξασίες της Ανατολής. Το 1960 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Octagon Press, όπου παρουσίαζε μεταφράσεις κλασσικών του Σουφισμού και δικές του εκδόσεις μεταξύ των οποίων και μια νέα απόδοση των Rubaiyat του Ομαρ Καγιάμ. 

Εικονογράφηση της Rose Mary Santiago από το βιβλίο The
Clever Boy and the Terrible, Dangerous Animal
 του Idries Shah
Το 1965, ένα χρόνο μετά την έκδοση του περίφημου βιβλίου του «Οι Σούφι», ίδρυσε το «Ινστιτούτο Πολιτισμικών Ερευνών» και μετέπειτα το «Ινστιτούτο Μελέτης της Ανθρώπινης Γνώσης», που λειτουργεί ακόμη στην Αμερική υπο την εποπτεία του γνωστού ψυχολόγου Robert Ornstein στο Stanford University. 

Η γνωριμία του Shah με τον Ornstein έγινε το 1960. Ο τελευταίος «μετέφρασε» με όρους ψυχοθεραπείας πολλές τεχνικές σουφισμού, που σήμερα έχουν διασπαρεί ως αντικείμενο μελέτης σε πολλά πανεπιστήμια στον κόσμο. Ειδικότερα το βιβλίο του Ornstein «Η ψυχολογία της Συνειδητότητας» (1972), έγινε δεκτή με μεγάλο ενθουσιασμό στους Πανεπιστημιακούς κύκλους ψυχολόγων, καθώς πρότεινε νέες τεχνικές όπως την «βιοανάδραση» ενώ ακολούθησαν κι άλλες επιτυχείς εκδόσεις του ιδίου.

Ένας άλλος καθηγητής ψυχολογίας, ο Arthur J. Deikman, που άρχισε να μελετά τα εσωτερικά νοήματα και την ψυχολογική σοφία των διδακτικών ιστοριών των Σούφι την δεκαετία του ’70, λέει πως « οι δυτικοί ψυχοθεραπευτές μπορούν να επωφεληθούν από την προοπτική που παρέχει η ουσία του Σουφισμού, αν μελετήσει κανείς κατάλληλα τα υλικά που προσφέρει» . 

Ο Ινδός φιλόσοφος Osho, σχολιάζοντας την δουλειά που έκανε ο Shah για το βιβλίο «Οι Σούφι» είπε: « Είναι ένα διαμάντι. Η αξία αυτού που έχει κάνει με αυτό το βιβλίο είναι απροσμέτρητη. Επίσης, όχι μόνο έκανε τον μουλά Νασρεντίν γνωστό στην Δύση αλλά ομόρφυνε ακόμη περισσότερο τις ιστορίες του, τις έκανε να δείχνουν πιο δυνατές, πιο οξείς» 

Θα μπορούσε κανείς να κάνει πάρα πολλές άλλες αναφορές, αφού μέχρι και συνέδριο έχει γίνει για το έργο του Shah αλλά δεν είναι ο στόχος του κειμένου αυτού να γράψει έναν ύμνο. Είναι όμως ένα μεγάλο «ευχαριστώ» για την αφύπνιση, την ομορφιά, τον πλούτο ιδεών και τον νέο δρόμο ζωής που άνοιξε σε μερικούς από εμάς..





Περισσότερα για το έργο του Idries Shah και τον σουφισμό εδώ:
http://en.wikipedia.org/wiki/Idries_Shah,
http://www.idriesshah.com/, http://ishk.net/sufis/index.html,
http://www.humangivens.com/pages.php?pageid=12


*από ανάρτηση της Βασιλίκας Σαριλάκη στο fb

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Γάβρος με βλήτα και παλιόφιλοι

 

του Νάσου Αθανασίου

Στον πρωινό καφέ τους, τόσο ο άνεργος όσο κι ο εργαζόμενος δεν σκέπτονται πώς -βάσει σχεδίου και οδικού χάρτη- θα μεταβεί η κοινωνία μας από τη σημερινή κόλαση στον πολιτικό παράδεισο, αλλά πώς οι ίδιοι θα μεταβούν από τη Δευτέρα στην Τρίτη. Για την Τετάρτη, ούτε ξέρουν, ούτε μπορούν. Και την Πέμπτη πρέπει να πληρωθεί η ΔΕΗ, ενώ την Παρασκευή ο ιδιοκτήτης θα ζητήσει το ένα από τα τέσσερα ενοίκια που του οφείλονται. Το σαββατοκύριακο θα βγουν πάλι στη γύρα για κάνα μεροκάματο ή ένα πενηντάρικο δανεικά. Ήδη κάνουν μερικά τηλεφωνήματα πριν τους κόψουν το τηλέφωνο.

Άνθρωποι που αδυνατούν να καταβάλουν τα κοινόχρηστα, πόσω μάλλον τις δόσεις του στεγαστικού τους, είναι πλέον έτοιμοι να συμμαχήσουν με τον διάβολο, αν έτσι πρόκειται να βγάλουν τη θηλιά των χρεών απ’ τον λαιμό τους. Όσα ακούν από τους αλληλοδιακοπτόμενους και αλεκτορίζοντες μυαλοπωλητές της τηλεόρασης, συχνά τους φαίνονται κινέζικα. Βλέπουν τη δεξιά και την αριστερά σαν τη δεξιά και την αριστερή τσέπη τους. Αν εξαιρούν κάποιον, αυτός είναι ο Αλέξης Τσίπρας, για τον οποίο κάτι διασθάνονται. Πολύ συχνά ο λαός διαισθάνεται, δεν αναλύει βάσει ιδεολογίας, δεν καταρτίζει σχέδια σαν τους βαρύτονους κοσμοδιορθωτές. Θέλει να ξεχαστεί, έστω για μια ώρα, και γι’ αυτό προτιμά το τάβλι από τον Καρτέσιο. Αυτός που δυστυχεί σήμερα ξέρει πότε πέρασε κάπως καλά στη ζωή του. Πράγμα που μας φέρνει σ’ έναν πολιτικό χώρο τόσο συγκεκριμένο όσο το “κρέας με μακαρόνια” ή ο “γάβρος με βλήτα”. Τα εν λόγω παρασκευάσματα διατηρούν τη νοστιμιά τους, όχι όμως και ο χώρος για το οποίο έχω να πω δυο λόγια αφελή μα σταράτα…

Για ορισμένους ευέξαπτους εδώ στην Ελλάδα υπάρχει μια αριστερά που είναι θλιβερά ανεπαρκής και αφόρητα προσχηματική, αν όχι βέβηλη. Η αριστερά του Χέλμουτ Σμίτ, του Ούλοφ Πάλμε και του Φρανσουά Μιτεράν. Η σοσιαλδημοκρατία. Βέβηλη ή όχι, αυτοφυής ή μεταφυτευμένη, ήρθε στον ΣΥΡΙΖΑ, αφού κατά εκατοντάδες χιλιάδες ήρθαν σ’ αυτόν οι ψηφοφόροι της. Αν όχι τούτοι οι κεντροαριστεροί, τότε ποιοι τον κατέστησαν πρώτο κόμμα στην Ελλάδα;

Μην κρυβόμαστε: Αυτήν την αριστερά φοβούνται Σαμαράς και Βενιζέλος, διότι ξέρουν πόση απήχηση έχει στους εκλογείς. Απ’ αυτήν την αριστερά οι απλοί είδαν κάτι καλό στη ζωή τους. Η άλλη ή οι άλλες ήθελαν, αλλά δεν μπόρεσαν. Μέχρι στιγμής, τουλάχιστον. Σημειώστε ότι σοσιαλδημοκρατικά μέτρα έλαβαν και συντηρητικές κυβερνήσεις. Κάποτε ο Νικηφόρος Βρεττάκος είπε ότι “ο καπιταλισμός επέτυχε, διότι έκανε σοσιαλιστικές παραχωρήσεις”. Δεκαετίες μετά, τον ποιητή επαληθεύει ο Μπάρακ Ομπάμα. Ως πρώτη προτεραιότητα της δεύτερης προεδρικής θητείας του έθεσε την καταπολέμηση των ανισοτήτων και της υπερσυγκέντρωσης κεφαλαίου. Του επιτίθενται πολλοί και σφοδρά εκεί. Αλλά το όπλο του είναι γερό, δηλαδή γνήσια σοσιαλδημοκρατικό. (Ευέξαπτέ μου, ξέρεις τι σημαίνει να είσαι άπιστος στη Μέκκα;)

Ορισμένοι θα πουν ότι τώρα βγαίνει ξινό στους απλούς το καλό που είδαν τότε από την αριστερή σοσιαλδημοκρατία. Μα, οι τότε με τους σημερινούς σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν καμία σχέση, πλην της σχέσης του κλέφτη με το σπίτι που έκλεψε. Είναι σαν τον σκύλο με τη γάτα. Τέλος πάντων, θέλουμε σήμερα τις παραχωρήσεις που διαπίστωνε ο Βρεττάκος ή προσχωρούμε στη νοοτροπία τού “όλα ή τίποτα”; Καμιά φορά κυνηγώντας το καλύτερο χάνεις και το καλό.

Παράδειγμα: Ας πούμε ότι μία κυβέρνηση επιδοτεί τον οικογενειακό προϋπολογισμό με σκοπό τη διασφάλιση ιδιωτικής φροντιστηριακής εκπαίδευσης στα παιδιά. Θα πούμε “όχι” επειδή, -όπως πρώτος απ’ όλους ζήτησε ο Αριστοτέλης-, η εκπαίδευση πρέπει να είναι καθ’ ολοκληρίαν δημόσια; Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη τού να καταστραφεί η ζωή έστω κι ενός νέου που μπορούσε να γίνει γιατρός και κατάντησε άνεργος; Δεν μπορείς να αποφύγεις την ιστορία, η οποία εκδικείται καταλογίζοντας πάντοτε την ευθύνη της απώλειας.

Απορία: Πώς να λησμονήσεις τον Βίλυ Μπραντ; Στο πεδίο της εφηρμοσμένης πολιτικής, όχι του δοκησίσοφου διδακτισμού, όχι της πολιτικής “φουσκολογίας” (αντιγράφω Ανδρέα Λασκαράτο), ποιος υπήρξε ριζοσπαστικότερος του δημιουργού της Οστπολιτίκ; Όνομα, παρακαλώ!

Σμιτ, Πάλμε, Μιτεράν. Πόσο ιερόσυλο θα χαρακτήριζαν οι ευέξαπτοι εκείνον που θα έβαζε πλάι τους τον Ανδρέα Παπανδρέου; Μιλώ, φυσικά, για τον Ανδρέα που γνωρίσαμε προτού η λέπρα του πλουτισμού προσβάλει τους “θυρωρούς” του. “Να μην πασοκοποιηθούμε”, προτρέπουν πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ορθώς. Εννοούν: Να μη λαμογιοποιηθούμε. Ωστόσο, το ερώτημα ισχύει: Επρόκειτο ή όχι περί αριστερής σοσιαλδημοκρατίας; Η ίδια η ζωή έχει απαντήσει. Δεν ήταν ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Αντώνης Μπριλλάκης και ο Μανώλης Γλέζος βουλευτές εκείνου του κινήματος;

Κάποτε ο Μίκης Θεοδωράκης φιλοξενούσε στο Βραχάτι τον Φρανσουά Μιτεράν (το αναφέρει ο αείμνηστος στ’ απομνημονεύματά του). Απλό καλό μάθημα από το παρελθόν. Πρέπει να επικοινωνούμε. Να αναγνωρίζουμε τα καλά του άλλου, χωρίς να παραγνωρίζουμε τα στραβά του…


πηγή new-deal.gr, έντυπο Παρόν 8/6/14

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Γιάννης Παγιασλής: Η συγκυρία μιας νέας συνάντησης Αριστεράς-Φιλελευθερισμού

(ΣτΜΣ: το κείμενο αυτό, πρωτοδημοσιεύτηκε στις 21/5/2012 στο rednotebook. Σήμερα είναι ακόμη πιο επίκαιρο)

του Γιάννη Παγιασλή

Η όποια διαπραγμάτευση για τα τεκταινόμενα στο λεγόμενο «φιλελεύθερο» χώρο θα πρέπει αρχικά να τοποθετήσει ορισμένα ζητήματα ορολογίας.

Οι πολιτικοί σχηματισμοί οι οποίoι συμβατικά αναφέρονται ως «φιλελεύθεροι», στην ουσία είναι εκφράσεις ενός κεντροδεξιού πλέγματος με επιλεκτικές, ενίοτε ισχνές αναφορές στον φιλελευθερισμό. Είναι ενδιαφέρον ότι οι ίδιοι δεν προτάσσουν τον φιλελεύθερο χαρακτήρα τους ως ειδοποιό διαφορά απέναντι στον κύριο κορμό της δεξιάς, αλλά ζητήματα συγκυρίας (ΔΗΣΥ), τεχνικών επίδικων και ρυθμίσεων (Δράση-Φιλελεύθερη Συμμαχία) ή απλά δυσανεξίας ενός κοινωνικού ρεύματος «αυτοδημιούργητων» («Δημιουργία Ξανά»). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η επίκληση του φιλελευθερισμού λειτουργεί εξωτερικά, περιγραφικά, χωρίς αξιώσεις ελέγχου των σχηματισμών αυτών ως προς τις ίδιες τις φιλελεύθερες ιδέες τους. Η ιδεολογική αυτή χαλαρότητα είναι χαρακτηριστική και αντανακλά την ιστορικά αποσπασματική σχέση της ευρύτερης ελληνικής κεντροδεξιάς με το φιλελεύθερο γίγνεσθαι.

Είναι χαρακτηριστικά, εδώ, η καχεκτική παρουσία μιας φιλελεύθερης γραμματείας στην εντόπια ιδεοκίνηση , η αργοπορημένη και τελικά αναιμική παρουσία ενός ρεύματος «καθολικού φιλελευθερισμού» που επιτεύχθηκε μέσω της Φιλελεύθερης Συμμαχίας το 2007. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο φιλελευθερισμός μάλλον αποδίδεται από τρίτους ως πολιτικό στίγμα, παρά αναλαμβάνεται ως πρόταγμα, ως ισχυρή αυτοδέσμευση των σχηματισμών αυτών.

Υπάρχουν θεμελιακά στοιχεία μιας φιλελεύθερης ατζέντας, όπως η σχέση κράτους-εκκλησίας, το ζήτημα των στρατιωτικών δαπανών, η φιλομεταναστευτική πολιτική και η παραβίαση προσωπικών δεδομένων, για τα οποία υπάρχουν εκκωφαντικές σιωπές στα όρια του σκανδάλου. Αυτές οι σιωπές θα μπορούσαν να γίνουν στοιχεία ενός στιβαρού ελέγχου των «φιλελευθέρων» για ασυνέπεια έως αποστασία από τις διακηρυγμένες αξίες τους. Όμως, η αρχιτεκτονική του κομματικού παιγνίου λειτουργεί με την αποδοχή της ονομαστικής αξίας των φιλελεύθερων προτάσεων ως τυπικά φιλελεύθερων. Στο πλαίσιο αυτό, όμως, δεν υπάρχουν περιθώρια για να ελεγχθεί η αποδεδειγμένη φιλελεύθερη ισχνότητα και ασυνέπεια.

Την ίδια στιγμή, η πρόσφατη άνοδος της Χρυσής Αυγής, το επικίνδυνα ασαφές περίγραμμα των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» και η γενικότερη στροφή της σαμαρικής ΝΔ αναδεικνύουν ένα ενδιαφέρον πρόβλημα: Η ιστορική ιδεολογική αναιμία και ο επιλεκτικός φιλελευθερισμός των «φιλελευθέρων» δημιουργούν, τελικά, ένα ιδεολογικό πλαίσιο με αμβλυμένες όλες τις σταθερές που απαιτούνται για τη διατήρηση του φιλελεύθερου συμβολαίου της δημοκρατίας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο έλεγχος του «υπαρκτού φιλελευθερισμού» ως ασυνεπή προς τις αρχές του, και όχι η αποδοχή του ως «φιλελευθερισμού», μπορεί να δημιουργήσει ένα σταθερότερο πλαίσιο δημοκρατίας, εγγύησης ατομικών δικαιωμάτων, ορθολογικής αντιμετώπισης του μεταναστευτικού κ.λπ.

Στις μέρες μας γίνονται διάφορες κινήσεις ανασύνταξης του χώρου αυτού. Είναι ενδιαφέρον ότι ουδείς διαπραγματεύεται τις κινήσεις αυτές με ένα ιδεολογικό κριτήριο φιλελευθερισμού και ότι, αντί του κριτηρίου αυτού, προτάσσονται επίδικα άλλοτε παλαιοδεξιά («όχι στην Αριστερά») και άλλοτε μεταδημοκρατικά («όχι στους πολιτικούς»).

***

Στην εκρηκτική συγκυρία που διανύουμε, αναδύεται η ιστορική πιθανότητα μιας κυβέρνησης της αριστεράς. Όμως, μια κυβέρνηση της αριστεράς δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αν η αναμενόμενη πολεμική δεν διεξαχθεί εντός ενός ελάχιστου δημοκρατικού φιλελεύθερου συμβολαίου. Ταυτόχρονα, ακόμα και στο οικονομικό επίπεδο είναι αδύνατο να χαραχθεί μια βιώσιμη οικονομική πολιτική που να αφορά ένα εκατομμύριο επιχειρηματίες και μια εκτεταμένη μικροϊδιοκτησία, αν η πολιτική αυτή δεν αφομοιώσει δημιουργικά φιλελεύθερα προτάγματα για την αυτονομία του «επιχειρείν, για μια νέα κατανόηση και σχηματοποίηση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων ως εργαλείων κοινωνικής συνοχής, κ.ο.κ.

Ίσως η ιστορική καχεξία του δεξιού φιλελευθερισμού να είναι η ευκαιρία για την δημιουργική συγκρότηση ενός κυβερνώντος αριστερού φιλελευθερισμού, ο οποίος δεν είναι μια γραφική ιδεοληψία. Το «Κόμμα των Αριστερών Φιλελεύθερων» ήταν ένα υπαρκτό κόμμα με μεγάλη συμβολή στην Αντίσταση και αναμφίβολη συμβολή στην συγκράτηση της μετεμφυλιακής αριστεράς και της ΕΔΑ. Η ιστορία του δεν είναι προς επανάληψη. Είναι, όμως, ένα παράδειγμα προς κατανόηση και επεξεργασία.

Ο Γιάννης Παγιασλής είναι διαχειριστής του ιστολογίου Left-Liberal Synthesis


Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

"ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΣΚΕΨΕΩΝ", Νέο βιβλίο από τον Θανάση Αθανασίου


"Πίσω λοιπόν στις βασικές αρχές σημαίνει η «παραίτηση», με στόχο τη συνέχιση του αγώνα από καλύτερες θέσεις. Για τη σύγχρονη πολιτική πράξη σημαίνει επιστροφή στις αρχικές αξίες και αναζήτηση από την αρχή της πολιτικής εκείνης που μπορεί να οδηγήσει στην ολοκλήρωση του επιθυμητού πολιτικού εγχειρήματος.
Σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκω τον Θανάση Αθανασίου διαβάζοντας τα 114 κείμενά του. Τον βρίσκω να υπενθυμίζει τις κορυφαίες αξίες του εγχειρήματος στο οποίο αφιερώθηκε από μικρό παιδί, να προβάλει τις αρετές που θεωρεί απαραίτητες σε μια ανθρώπινη κοινωνία, και να εκφράζει την οργή του γι’ αυτούς που -όχι από άγνοια!- από ιδιοτέλεια υπονομεύουν την ύπαρξή τους, να στο­χάζεται για τις ανθρώπινες αδυναμίες και τη σημασία τους στην πορεία της χώρας μας για έξοδο από την πολύπλευρη κρίση, να εξομολογείται δημόσια, απευθυνόμενος έμμεσα σε παλιούς συντρόφους του που σήμερα ακολουθούν τους δικούς τους δρόμους, τι σκέφτεται και πώς αισθάνεται."


(Από το προλογικό σημείωμα του Γιώργου Τσιάκαλου)

Ο Θανάσης Αθανασίου είναι οικονομολόγος (Μάστερ Οικονο­μικών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου). Υπήρξε στέλεχος της σπουδαστικής οργάνωσης της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη με συλλήψεις και καταδίκες πριν από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 για τη δράση του στο φοιτητικό και ευρύτερο δημοκρατικό και αριστερό κίνημα. Στη διάρκεια της δικτατορίας, βγήκε στην παρανομία εντασσόμενος στο Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ) ενώ υπήρξε ιδρυτικό μέλος και ακολούθως γραμματέας της Πα­νελλαδικής Αντι­δικτατορικής Οργάνωσης Σπουδαστών «Ρήγας Φεραίος». Συνελή­φθη τον Απρίλιο του 1968, δικάστηκε και καταδικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο της Αθήνας σε 21 χρόνια κάθειρξη. Παρέμεινε σε διάφορες φυλακές –Αβέρωφ, Κορυ­δαλλού, Κέρκυρας, Τρικάλων– από τον Απρίλιο του 1968 μέχρι τον Αύγουστο του 1973 οπότε και αποφυλακίστηκε με τη γενική αμνηστία. Υπήρξε στέλεχος του ΚΚΕ (Εσωτερικού) μέχρι το 1986, οπότε, ύστερα από τη διάσπασή του, αποχώρησε παραμένοντας έκτοτε στο χώρο των κομματικά ‘ανένταχτων’ αριστερών. 

Συγγραφικά πονήματα: Εικόνες της Φυλακής, (εκδ. Νεφέλη), Για μια Αριστερά του 21ου Αιώνα (Πολιτικά Σύμμεικτα), εκδ. Επίκεντρο, Ο Δρόμος που Περπάτησα, εκδ. Βιβλιόραμα, ΑΣΚΙ, Διαδρομές σε Χρόνια Σκοτεινά, εκδ. Νεφέλη, Οικονομική Βιβλιο­γραφία του Αγροτικού Χώρου 1830-1980, εκδ. ΑΤΕ, Στρατηγικός Σχεδιασμός (Η Περίπτωση των Τραπεζών), εκδ. Παπαζήση, Επαγγελματική Κατάρτιση των Αγροτών ( Η Περίπτωση των ΚΕΓΕ), εκδ. ΑΤΕ, κ.α.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Απλή αναλογική τώρα; Ναι, με δημοψήφισμα

Του Νάσου Αθανασίου*

Σαμαράς και Βενιζέλος βεβαιώθηκαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το πρώτο κόμμα στη χώρα, άρα ο εκλογικός νόμος δουλεύει υπέρ του. Γι’ αυτόν προορίζεται πλέον το διαβόητο μπόνους των 50 εδρών. Με 34-35% του εκλογικού σώματος το πρώτο κόμμα εξασφαλίζει αυτοδυναμία 151 έως 153 εδρών. Με τα σημερινά ποσοστά του ο ΣΥΡΙΖΑ εξασφαλίζει 131 έδρες. Τι σημαίνει τούτο; Αν το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών αφορούσε το εθνικό Κοινοβούλιο, θα μπορούσε σήμερα να σχηματίσει κυβέρνηση ανοχής. Το Σύνταγμα την επιτρέπει (άρθρο 84 παρ. 6). Απαιτούνται τουλάχιστον 120 θετικές ψήφοι («έχει» 131), μπορούν να υπάρχουν 119 αρνητικές, αλλά πρέπει να εξασφαλιστεί ότι οι υπόλοιποι απέχουν ή δηλώνουν «παρών» (άρα στηρίζουν έμμεσα). Ετσι λειτουργεί η συνταγματική μηχανική. Το περιλάλητο «151» δεν είναι πάντοτε απαραίτητο. Ωστόσο, το φοβερότερο γι’ αυτούς είναι ότι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ διευκολύνεται να σχηματίσει και συμμαχική κυβέρνηση. Για τα μικρά κόμματα ισχύει η απλή αναλογική ως προς τις 250 έδρες. Συνεπώς οι πιθανότητες είναι πολλές.

Αυτός κυρίως είναι ο λόγος που το κυβερνητικό ζεύγος επεξεργάζεται ήδη νέο εκλογικό νόμο. Νόμο, βέβαια, που κόβει τον δρόμο του «τσ… Τσίπρα» προς την εξουσία και διασώζει τη μνημονιακή πολιτική. Ο εκλογικός νόμος που εξυπηρετεί τα σχέδιά τους δεν είναι η απλή αναλογική, αλλά μια μορφή ενισχυμένης αναλογικής, η οποία θα αφαιρεί έδρες από τα μικρά κόμματα κάνοντας δύσκολες τις συνεργασίες. Η απλή αναλογική δεν είναι ένα εκλογικό σύστημα χωρίς συνέπειες, υπάγεται στον πολιτισμό της συναίνεσης που έζησαν χώρες όπως η Σουηδία, δηλαδή απαιτεί συμβιβασμούς και προϋποθέτει πολιτικούς που δεν συγχέουν την έντιμη συναίνεση με τη συνωμοσία. Την απλή αναλογική δεν επιλέγουν ποτέ εθελοντικά οι εκπρόσωποι της ολιγαρχίας, αυτοί θέλουν να κυβερνά μια κατά τη γνώμη τους «πεφωτισμένη» μειοψηφία μετατρέψιμη σε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Η απλή αναλογική μόνον υποχρεωτικά θα υιοθετηθεί από τους σημερινούς κυβερνητικούς εταίρους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να αφήσει το πεδίο ελεύθερο στους Σαμαρά και Βενιζέλο να αλωνίζουν στο θέμα αυτό και μάλιστα να το στρέφουν εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ με το δήθεν αθώο ερώτημα: «Μα εσείς δεν είστε υπέρ της απλής αναλογικής;»

Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να βγει επιθετικά υπέρ της απλής αναλογικής, θέτοντας τα εξής ερωτήματα:

α) Αναγνωρίζετε ότι τα μνημόνιά σας είναι προϊόντα καλπονοθείας και ότι ουδέποτε εγκρίθηκαν από τον ελληνικό λαό; Δεν τα υιοθετήσατε με τη βοήθεια του αμαρτωλού μπόνους των πενήντα εδρών, που τώρα λέτε ότι θέλετε να το καταργήσετε;

β) Η ελεύθερη βούληση του ελληνικού λαού που τόσο βάναυσα παραβιάσατε δεν πρέπει να αποκατασταθεί με δημοψήφισμα; Ο απλός καθημερινός άνθρωπος δεν πρέπει να απαντήσει στο σαφές ερώτημα αν εγκρίνει ή απορρίπτει όσα αποφάσισαν γι’ αυτόν τουλάχιστον πενήντα βουλευτές που δεν θα ήταν βουλευτές χωρίς το σημερινό εκλογικό σύστημα;

γ) Συμφωνείτε στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, ώστε να υπερψηφίσουμε μαζί την απλή αναλογική; Υπάρχει καλύτερος τρόπος να πείσετε ότι δεν έχετε δόλο όταν επισείετε αυτήν ως πάγιο εκλογικό σύστημα, το οποίο έτσι θα ισχύσει από τις επόμενες εκλογές, κι όχι από τις μεθεπόμενες;

Σε μια χώρα που θα είχε προσχωρήσει στον πολιτισμό της συναίνεσης, οι επόμενες εκλογές θα διεξάγονταν ταυτόχρονα με το δημοψήφισμα, το φθινόπωρο του 2014, και η κυβέρνηση συνεργασίας που ενδεχομένως θα προέκυπτε από τις κάλπες θα αναλάμβανε είτε να συνεχίσει την εφαρμογή του μνημονίου αν είχε πλειοψηφήσει το «ναι», είτε, αν επικρατούσε το «όχι», να επαναδιαπραγματευθεί τη συμφωνία ακυρώνοντας το Μνημόνιο. Προφανώς, δεν είναι τέτοια χώρα η Ελλάδα του νομοπελεκητή κ. Βενιζέλου…




*Βουλευτής Αττικής του ΣΥΡΙΖΑ